Κασσάνδρα Θωμά

«ΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ»

Λοιπόν, κάποια στιγμή γεννήθηκα
και  κάποτε θα λένε πως κοιμήθηκα.
Α! Όσο και αν το κάνετε με ζήλο,
καθόλου δεν προσφέρει το να χτυπάτε ξύλο!
Κάποτε θα σβήσω σαν το άστρο,
το ίδιο ξαφνικά, σαν τότε που ξεπρόβαλα σ’ ένα δωμάτιο άσπρο.
Τότε θα πρέπει να ήταν που αποφάσισα,
τότε που την κοιλιά της μάνας μου άφησα,
πως ήθελα πολλά να δοκιμάσω
γι’ αυτό να ‘μαι πανέτοιμη, το ξέρω, θα πεινάσω!
Τι θέατρα, τι τραγούδια, τι μπογιές,
και από γλώσσες έμαθα να λέω μέχρι «γιες».
Δε λέω, καλό είναι να το ‘χεις το «προφίσεσι»
μα την γλώσσα αν δεν την μιλάς, μετά, παίρνει την ύφεση.
Την Καρατζά ακολούθησα μες το Κυκλαδικής,
να μεταδώσω τεχνικές της χαρτοκοπτικής.
Νεράιδες φτιάχναμε καθώς και αγγελάκια,
που είχαν διάφορες μορφές, ανθρώπους και γατάκια.
Στα δέκα διαγωνίστηκα και πήρα ένα βραβείο,
ζωγραφικής, που χάραξε πορεία μες τον βίο.
Όταν περάσαν χρόνοι έντεκα από την γέννηση μου,
το  ανιμέισον πίστεψα πως είναι η ζωή μου.
Ακόμα το παλεύω, κι ακόμα προσπαθώ,
σαν στόχο μου το έβαλα, στον δρόμο μη χαθώ
Μα όσο και να θέλω να κάνω το δικό μου,
πάντα θα αποσπώμαι, αυτό ειν’ το ριζικό μου!
Κι έτσι κατέληξα, ένα χρόνο πριν το σχολείο το τελειώσω,
σε έκθεση ομαδική έργο να παραδώσω.
Κατρανσαβαγκάρντια λεγόταν η ομάδα,
κι ανάμεσα σε αετούς ήμουν η σουσουράδα.
Μετά ήρθαν οι πανελλήνιες, Θεέ μου, Παναγιά μου!
ζωγράφιζα και έγραφα για να βρω την υγειά μου.
Παρόλα αυτά συνέχισα να έχω τον χαβά μου,
«Καλοτεχνίτης θα γενώ, σαν εσάς, μαμά μου και μπαμπά μου»
Κι ολημερίς επήγαινα δυο μήνες ΣΤΟΣΧΟΛΕΙΟ,
το είχα πάρει σοβαρά, δεν σήκωνα αστείο.
Παρόλο που μου λέγανε πως γοργά έχω προχωρήσει,
απ’ την σχολή εζήταγε κάτι να με χωρίσει.
«Αν δεν περάσω, να μη με λεν σαν την τύπισσα που ήταν απ’ την Τροία»
σκληρά τ’ αποτελέσματα και τσίμπησα τα 3.
Αλλά από πανελλήνιες ήρθε μια έκπληξη, για με’ κατά το ήμισυ,
και χάρηκα σαν πέρασα στην πρώτη μου προτίμηση!
Τεχνών ήχου και εικόνας, στην Κέρκυρα να πάω,
αλλά και να το θέλω, ακόμα δεν πατάω.
Μου λέω: «άμα δυσκολεύεσαι και ‘κει δεν βρίσκεις σπίτι,
μάθε ν’ αγιογραφείς εικόνες, ρε κοπρίτη»
Και να ‘μαι τώρα του πατέρα και της μάνας βοηθός,
μέσα στο εργαστήριο να γίνεται χαμός.